Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποφάσισε να άρει τη βουλευτική ασυλία της Αφροδίτης Λατινοπούλου, Ελληνίδας βουλευτού, προκειμένου να επιτραπεί στη ελληνική δικαιοσύνη να την διώξει σε υπόθεση πλαστογραφίας, χρήσης πλαστού εγγράφου και εκλογικής απάτης κατ' επανάληψη. Η απόφαση εγκρίθηκε με ψηφοφορία διά χειρός, χωρίς ατομική καταμέτρηση των ψήφων. Η Πρόεδρος του Κοινοβουλίου οφείλει να διαβιβάσει αμέσως την απόφαση στην αρμόδια ελληνική δικαστική αρχή και στην ενδιαφερόμενη. Δεν πρόκειται για νόμο: είναι εσωτερική απόφαση του Κοινοβουλίου σχετικά με την ασυλία ενός από τα μέλη του.
Η ελληνική δικαιοσύνη υποπτεύεται ότι η Αφροδίτη Λατινοπούλου ίδρυσε το κόμμα ΦΩΝΗ ΛΟΓΙΚΗΣ κατά παράβαση του ελληνικού νόμου περί χρηματοδότησης κομμάτων, ο οποίος απαιτεί τουλάχιστον 200 υπογραφές πολιτών για την ίδρυση κόμματος. Σημαντικό μέρος αυτών των υπογραφών φέρεται να είναι πλασματικό ή πλαστογραφημένο. Τα καταγγελλόμενα γεγονότα φέρεται να συνέβησαν μεταξύ 2023 και Ιουνίου 2024. Το αίτημα άρσης της ασυλίας διαβιβάστηκε από την ελληνική εισαγγελία στις 11 Δεκεμβρίου 2025 και ανακοινώθηκε στο Κοινοβούλιο στις 19 Ιανουαρίου 2026. Η ευρωβουλευτής ακούστηκε στις 3 Ιουνίου 2026. Το Κοινοβούλιο εξέτασε αν οι καταλογιζόμενες πράξεις εμπίπτουν στην κανονική άσκηση της βουλευτικής εντολής, κάτι που κατά την κρίση του δεν συμβαίνει.
Άρση της ασυλίαςΤο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αίρει τη βουλευτική ασυλία της Αφροδίτης Λατινοπούλου, επιτρέποντας στις ελληνικές δικαστικές αρχές να την διώξουν για πλαστογραφία, χρήση πλαστού εγγράφου και εκλογική απάτη κατ' επανάληψη.
Άμεση διαβίβασηΗ Πρόεδρος του Κοινοβουλίου είναι αρμόδια να διαβιβάσει χωρίς καθυστέρηση την απόφαση στην αρμόδια αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίας και στην ίδια την Αφροδίτη Λατινοπούλου.
Περίοδος των γεγονότωνΟι καταγγελλόμενες παραβάσεις φέρεται να διαπράχθηκαν μεταξύ 2023 και Ιουνίου 2024, πριν από την εκλογή της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον Ιούνιο του 2024.
Τηρήθηκε η διαδικασίαΗ Αφροδίτη Λατινοπούλου ακούστηκε στις 3 Ιουνίου 2026 και υπέβαλε τα έγγραφά της, σύμφωνα με τους κανόνες διαδικασίας του Κοινοβουλίου σε θέματα ασυλίας.
Η απόφαση εγκρίθηκε με ψηφοφορία διά χειρός. Δεν καταγράφηκε ατομική καταμέτρηση των ψήφων.
Αυτή η απόφαση σημαίνει ότι η ελληνική δικαιοσύνη μπορεί πλέον να ερευνήσει και να διώξει την ευρωβουλευτή Αφροδίτη Λατινοπούλου για εικαζόμενα περιστατικά πλαστογραφίας και εκλογικής απάτης, χωρίς η ευρωπαϊκή εντολή της να αποτελεί εμπόδιο. Για τους πολίτες, αυτό δείχνει ότι η βουλευτική ασυλία δεν είναι προσωπική προστασία κατά δικαστικών διώξεων, αλλά εγγύηση περιορισμένη στην ανεξάρτητη λειτουργία του Κοινοβουλίου. Η απόφαση δεν προδικάζει την ενοχή ή την αθωότητα της ενδιαφερόμενης: στην ελληνική δικαιοσύνη εναπόκειται να αποφασίσει.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ήρε τη βουλευτική ασυλία της Αφροδίτης Λατινοπούλου, Ελληνίδας ευρωβουλευτού, για να μπορέσει η δικαιοσύνη της χώρας της να την διώξει για πλαστογραφία, χρήση πλαστού και εκλογική απάτη κατ' επανάληψη. Δεν είναι καταδίκη, είναι το τέλος ενός προνομίου που δεν θα έπρεπε ποτέ να προστατεύει πράξεις ξένες προς την εντολή. Η απόφαση εγκρίθηκε με ανάταση χειρός, χωρίς ατομική καταμέτρηση, και η Πρόεδρος οφείλει να τη διαβιβάσει χωρίς καθυστέρηση στη δικαστική αρχή της Ελλάδας.
Η βουλευτική ασυλία δεν είναι προσωπική ασπίδα. Εγγυάται την ανεξαρτησία του Κοινοβουλίου και των βουλευτών του έναντι διώξεων για γνώμες ή ψήφους που εκφράζονται κατά την άσκηση της εντολής. Οι πράξεις που καταλογίζονται στην Αφροδίτη Λατινοπούλου, πλαστογραφία, χρήση πλαστού και εκλογική απάτη, δεν έχουν καμία σχέση με γνώμη ή ψήφο. Το Κοινοβούλιο δεν μπορούσε επομένως να τις καλύψει χωρίς να μετατρέψει μια θεσμική εγγύηση σε ατομικό προνόμιο.
Η διαδικασία τηρήθηκε: αίτημα της ελληνικής εισαγγελίας διαβιβάστηκε στις 11 Δεκεμβρίου 2025, ανακοινώθηκε στην ολομέλεια στις 19 Ιανουαρίου 2026, ακρόαση της ενδιαφερόμενης στις 3 Ιουνίου 2026, έγγραφα παρουσιάστηκαν. Το Κοινοβούλιο εξέτασε αν οι πράξεις εμπίπτουν στην κανονική άσκηση της εντολής. Έκρινε ότι όχι. Αυτή είναι η σωστή ανάγνωση: μια πλαστογραφημένη υπογραφή για την ίδρυση κόμματος δεν είναι κοινοβουλευτική πράξη.
Η απόφαση δεν λέει τίποτα για την ενοχή. Αφαιρεί μόνο ένα διαδικαστικό εμπόδιο. Στην ελληνική δικαιοσύνη εναπόκειται να αποφανθεί, με τις εγγυήσεις της δίκαιης δίκης. Το να συγχέει κανείς την άρση ασυλίας με καταδίκη θα ήταν λάθος· το να συγχέει την ασυλία με την ατιμωρησία θα ήταν ακόμη σοβαρότερο.
Ένας ευρωβουλευτής εκλεγμένος τον Ιούνιο 2024 βλέπει την ασυλία του να αίρεται για πράξεις προγενέστερες της εκλογής του. Αυτό αποδεικνύει ότι η ευρωπαϊκή εντολή δεν είναι καταφύγιο. Οι ψηφοφόροι που επέλεξαν την Αφροδίτη Λατινοπούλου μπορούν να κρίνουν τα πραγματικά περιστατικά ενώπιον της ελληνικής δικαιοσύνης και έπειτα στις κάλπες. Η ατομική ευθύνη ισχύει για όλους, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που συνεδριάζουν στο Κοινοβούλιο.
Η ψηφοφορία με ανάταση χειρός, χωρίς ατομική καταμέτρηση, καθιστά αδύνατο να γνωρίζουμε ποιες ομάδες στήριξαν την άρση. Αυτό δεν είναι ασήμαντο: σε ζήτημα ακεραιότητας, η διαφάνεια των ψηφοφοριών θα έπρεπε να είναι ο κανόνας. Οι ψηφοφόροι έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν ποιος προστάτευσε τι. Μια πιο ευανάγνωστη διαδικασία, με ονομαστική ψηφοφορία, θα είχε υπηρετήσει καλύτερα την εμπιστοσύνη στο θεσμό.
Μένει το ουσιώδες: το Κοινοβούλιο έκανε τη δουλειά του. Εξέτασε την αίτηση κατ' ουσίαν, άκουσε την ενδιαφερόμενη και έκρινε ότι η ασυλία δεν κάλυπτε πράξεις κοινού δικαίου. Μια εναλλακτική βασισμένη στην επικουρικότητα θα συνίστατο στο να αφεθεί η εθνική δικαιοσύνη να ενεργήσει χωρίς προηγούμενη άδεια για πράξεις ξένες προς την εντολή, και να επιφυλαχθεί η διαδικασία ασυλίας μόνο για διώξεις που συνδέονται με την κοινοβουλευτική δραστηριότητα. Το Κοινοβούλιο θα είχε έτσι λιγότερη διακριτική εξουσία, και οι πολίτες ταχύτερη δικαιοσύνη.
Η ασυλία προστατεύει τη λειτουργία, όχι το πρόσωπο: μόλις τα πραγματικά περιστατικά βγουν από την εντολή, πρέπει να πέσει.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ήρε τη βουλευτική ασυλία της Αφροδίτης Λατινοπούλου, Ελληνίδας ευρωβουλευτού, για να μπορέσει η δικαιοσύνη της χώρας της να την διώξει για πλαστογραφία, χρήση πλαστού και εκλογική απάτη κατ' επανάληψη. Δεν είναι καταδίκη, είναι το τέλος ενός προνομίου που δεν θα έπρεπε ποτέ να προστατεύει πράξεις ξένες προς την εντολή. Η απόφαση εγκρίθηκε με ανάταση χειρός, χωρίς ατομική καταμέτρηση, και η Πρόεδρος οφείλει να τη διαβιβάσει χωρίς καθυστέρηση στη δικαστική αρχή της Ελλάδας.
Η βουλευτική ασυλία δεν είναι προσωπική ασπίδα. Εγγυάται την ανεξαρτησία του Κοινοβουλίου και των βουλευτών του έναντι διώξεων για γνώμες ή ψήφους που εκφράζονται κατά την άσκηση της εντολής. Οι πράξεις που καταλογίζονται στην Αφροδίτη Λατινοπούλου, πλαστογραφία, χρήση πλαστού και εκλογική απάτη, δεν έχουν καμία σχέση με γνώμη ή ψήφο. Το Κοινοβούλιο δεν μπορούσε επομένως να τις καλύψει χωρίς να μετατρέψει μια θεσμική εγγύηση σε ατομικό προνόμιο.
Η διαδικασία τηρήθηκε: αίτημα της ελληνικής εισαγγελίας διαβιβάστηκε στις 11 Δεκεμβρίου 2025, ανακοινώθηκε στην ολομέλεια στις 19 Ιανουαρίου 2026, ακρόαση της ενδιαφερόμενης στις 3 Ιουνίου 2026, έγγραφα παρουσιάστηκαν. Το Κοινοβούλιο εξέτασε αν οι πράξεις εμπίπτουν στην κανονική άσκηση της εντολής. Έκρινε ότι όχι. Αυτή είναι η σωστή ανάγνωση: μια πλαστογραφημένη υπογραφή για την ίδρυση κόμματος δεν είναι κοινοβουλευτική πράξη.
Η απόφαση δεν λέει τίποτα για την ενοχή. Αφαιρεί μόνο ένα διαδικαστικό εμπόδιο. Στην ελληνική δικαιοσύνη εναπόκειται να αποφανθεί, με τις εγγυήσεις της δίκαιης δίκης. Το να συγχέει κανείς την άρση ασυλίας με καταδίκη θα ήταν λάθος· το να συγχέει την ασυλία με την ατιμωρησία θα ήταν ακόμη σοβαρότερο.
Ένας ευρωβουλευτής εκλεγμένος τον Ιούνιο 2024 βλέπει την ασυλία του να αίρεται για πράξεις προγενέστερες της εκλογής του. Αυτό αποδεικνύει ότι η ευρωπαϊκή εντολή δεν είναι καταφύγιο. Οι ψηφοφόροι που επέλεξαν την Αφροδίτη Λατινοπούλου μπορούν να κρίνουν τα πραγματικά περιστατικά ενώπιον της ελληνικής δικαιοσύνης και έπειτα στις κάλπες. Η ατομική ευθύνη ισχύει για όλους, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που συνεδριάζουν στο Κοινοβούλιο.
Η ψηφοφορία με ανάταση χειρός, χωρίς ατομική καταμέτρηση, καθιστά αδύνατο να γνωρίζουμε ποιες ομάδες στήριξαν την άρση. Αυτό δεν είναι ασήμαντο: σε ζήτημα ακεραιότητας, η διαφάνεια των ψηφοφοριών θα έπρεπε να είναι ο κανόνας. Οι ψηφοφόροι έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν ποιος προστάτευσε τι. Μια πιο ευανάγνωστη διαδικασία, με ονομαστική ψηφοφορία, θα είχε υπηρετήσει καλύτερα την εμπιστοσύνη στο θεσμό.
Μένει το ουσιώδες: το Κοινοβούλιο έκανε τη δουλειά του. Εξέτασε την αίτηση κατ' ουσίαν, άκουσε την ενδιαφερόμενη και έκρινε ότι η ασυλία δεν κάλυπτε πράξεις κοινού δικαίου. Μια εναλλακτική βασισμένη στην επικουρικότητα θα συνίστατο στο να αφεθεί η εθνική δικαιοσύνη να ενεργήσει χωρίς προηγούμενη άδεια για πράξεις ξένες προς την εντολή, και να επιφυλαχθεί η διαδικασία ασυλίας μόνο για διώξεις που συνδέονται με την κοινοβουλευτική δραστηριότητα. Το Κοινοβούλιο θα είχε έτσι λιγότερη διακριτική εξουσία, και οι πολίτες ταχύτερη δικαιοσύνη.
Η ασυλία προστατεύει τη λειτουργία, όχι το πρόσωπο: μόλις τα πραγματικά περιστατικά βγουν από την εντολή, πρέπει να πέσει.