Στις 20 Ιανουαρίου 2026, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε ψήφισμα για τη μεταρρύθμιση του εκλογικού νόμου της ΕΕ, το οποίο αποσκοπεί στην εναρμόνιση των κανόνων για τις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Το κείμενο εντοπίζει τα εμπόδια για την επικύρωση και την εφαρμογή αυτής της μεταρρύθμισης στα κράτη μέλη και διατυπώνει συστάσεις για την υπέρβασή τους.
Ο εκλογικός νόμος της ΕΕ καθορίζει τις κοινές αρχές για την εκλογή των ευρωβουλευτών. Προτάθηκε μια μεταρρύθμιση για τον εκσυγχρονισμό της διαδικασίας, ιδίως με τη θέσπιση διεθνικών καταλόγων και μιας πανευρωπαϊκής εκλογικής περιφέρειας. Ωστόσο, η επικύρωσή της από όλα τα κράτη μέλη έχει μπλοκαριστεί και η εφαρμογή της αντιμετωπίζει δυσκολίες. Το Κοινοβούλιο εξέτασε επομένως αυτά τα εμπόδια και προτείνει λύσεις.
Στο ψήφισμά του, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο:
Το ψήφισμα εγκρίθηκε με 417 ψήφους υπέρ, 234 κατά και 9 αποχές. Αυτή η ευρεία υποστήριξη δείχνει μια πλειοψηφική βούληση στο Κοινοβούλιο να προωθήσει τη μεταρρύθμιση, παρά τις αντιθέσεις.
Αυτό το ψήφισμα δεν αλλάζει άμεσα τους εκλογικούς κανόνες, αλλά ωθεί τα κράτη μέλη να δράσουν. Εάν η μεταρρύθμιση ολοκληρωθεί, οι πολίτες θα μπορούσαν να ψηφίζουν για διεθνικούς καταλόγους, γεγονός που θα ενίσχυε τον ευρωπαϊκό χαρακτήρα της ψηφοφορίας. Μακροπρόθεσμα, αυτό θα μπορούσε να καταστήσει τις εκλογές πιο κατανοητές και πιο κοντά στις ανησυχίες των πολιτών.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε στις 20 Ιανουαρίου 2026 ψήφισμα που καλεί τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν όλα τα προαιρετικά μέτρα της απόφασης 2018/994 και να ανοίξουν επιτέλους τις διαπραγματεύσεις για την πρότασή του του 2022. Πίσω από την έκκληση για κύρωση κρύβεται η ίδια λογική: ομοιομορφία των εκλογικών κανόνων για να κατασκευαστεί ένας ευρωπαϊκός δημόσιος χώρος. Το φάρμακο είναι πιο γραφειοκρατικό από την ασθένεια.
Το κείμενο υποστηρίζει ότι η απουσία ενιαίας εκλογικής διαδικασίας αποδυναμώνει την εμπιστοσύνη των πολιτών και εμποδίζει την ανάδυση ευρωπαϊκού πολιτικού διαλόγου. Το επιχείρημα είναι βολικό: μετατρέπει μια θεσμική προτίμηση σε δημοκρατική απαίτηση. Όμως οι ψηφοφόροι δεν αισθάνονται εκπροσωπημένοι επειδή ένα ψηφοδέλτιο φέρει ευρωπαϊκό λογότυπο, αλλά επειδή οι αποφάσεις που λαμβάνονται στις Βρυξέλλες τους κοστίζουν ακριβά και δεν έχουν κανένα μέσο να τιμωρήσουν όσους τις λαμβάνουν. Η προσθήκη λογοτύπων στα ψηφοδέλτια δεν αλλάζει αυτή τη σχέση ευθύνης.
Το ψήφισμα ζητά επίσης την εναρμόνιση των προθεσμιών κατάθεσης των λιστών, που κυμαίνονται από 21 έως 90 ημέρες. Ο στόχος είναι αξιέπαινος: να μην έχουν ορισμένοι υποψήφιοι περισσότερο χρόνο από άλλους για προεκλογική εκστρατεία. Όμως η εναρμόνιση εκ των άνω προϋποθέτει ενιαίο χρονοδιάγραμμα αποφασισμένο στις Βρυξέλλες, ενώ τα εθνικά πολιτικά συστήματα, οι δικαστικές διακοπές και οι διοικητικές παραδόσεις διαφέρουν. Μια σύγκλιση μέσω αμοιβαίας αναγνώρισης των χρονοδιαγραμμάτων, ή μέσω απλής σύστασης, θα αρκούσε για να μειώσει τις αποκλίσεις χωρίς να επιβάλει ενιαία ημερομηνία.
Το Κοινοβούλιο θρηνεί ότι τα προαιρετικά μέτρα του 2018 δεν μεταφέρθηκαν στο εθνικό δίκαιο και βλέπει εκεί έλλειψη πολιτικής βούλησης. Αυτό συγχέει μια επιλογή με μια υποχρέωση. Αν τα κράτη μέλη δεν εφάρμοσαν αυτά τα μέτρα, ίσως επειδή δεν ταιριάζουν με τις συνταγματικές τους ισορροπίες. Το ψήφισμα ζητά ωστόσο να καταστούν υποχρεωτικά στην πράξη, αναγορεύοντάς τα σε όρο της κύρωσης. Το αποτέλεσμα κινδυνεύει να είναι το αντίθετο: να καθυστερήσει ακόμη περισσότερο η έναρξη ισχύος της απόφασης του 2018, όμηρος μιας ευρύτερης πολιτικής συμφωνίας.
Η επιστολική ψήφος παρουσιάζεται ως μέσο ένταξης. Μπορεί να είναι, αλλά ανοίγει επίσης την πόρτα σε πιέσεις σε απομονωμένους ψηφοφόρους και σε δυσδιάκριτες νοθείες. Το ψήφισμα δεν λέει τίποτα για τις αναγκαίες εγγυήσεις. Ένα κράτος που επιλέγει να μην την επιτρέψει δεν είναι καθυστερημένο κράτος: ασκεί αρμοδιότητα που του ανήκει. Η επικουρική εναλλακτική θα ήταν να αφεθεί κάθε κράτος μέλος να πειραματιστεί, να αξιολογήσει και να αποφασίσει, αντί να αναχθεί η επιστολική ψήφος σε ευρωπαϊκό πρότυπο.
Ένα ενιαίο ψηφοδέλτιο δεν δημιουργεί ευρωπαϊκό λαό· απλώς καθησυχάζει τη συνείδηση όσων συγχέουν την εναρμόνιση με τη δημοκρατία.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε στις 20 Ιανουαρίου 2026 ψήφισμα που καλεί τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν όλα τα προαιρετικά μέτρα της απόφασης 2018/994 και να ανοίξουν επιτέλους τις διαπραγματεύσεις για την πρότασή του του 2022. Πίσω από την έκκληση για κύρωση κρύβεται η ίδια λογική: ομοιομορφία των εκλογικών κανόνων για να κατασκευαστεί ένας ευρωπαϊκός δημόσιος χώρος. Το φάρμακο είναι πιο γραφειοκρατικό από την ασθένεια.
Το κείμενο υποστηρίζει ότι η απουσία ενιαίας εκλογικής διαδικασίας αποδυναμώνει την εμπιστοσύνη των πολιτών και εμποδίζει την ανάδυση ευρωπαϊκού πολιτικού διαλόγου. Το επιχείρημα είναι βολικό: μετατρέπει μια θεσμική προτίμηση σε δημοκρατική απαίτηση. Όμως οι ψηφοφόροι δεν αισθάνονται εκπροσωπημένοι επειδή ένα ψηφοδέλτιο φέρει ευρωπαϊκό λογότυπο, αλλά επειδή οι αποφάσεις που λαμβάνονται στις Βρυξέλλες τους κοστίζουν ακριβά και δεν έχουν κανένα μέσο να τιμωρήσουν όσους τις λαμβάνουν. Η προσθήκη λογοτύπων στα ψηφοδέλτια δεν αλλάζει αυτή τη σχέση ευθύνης.
Το ψήφισμα ζητά επίσης την εναρμόνιση των προθεσμιών κατάθεσης των λιστών, που κυμαίνονται από 21 έως 90 ημέρες. Ο στόχος είναι αξιέπαινος: να μην έχουν ορισμένοι υποψήφιοι περισσότερο χρόνο από άλλους για προεκλογική εκστρατεία. Όμως η εναρμόνιση εκ των άνω προϋποθέτει ενιαίο χρονοδιάγραμμα αποφασισμένο στις Βρυξέλλες, ενώ τα εθνικά πολιτικά συστήματα, οι δικαστικές διακοπές και οι διοικητικές παραδόσεις διαφέρουν. Μια σύγκλιση μέσω αμοιβαίας αναγνώρισης των χρονοδιαγραμμάτων, ή μέσω απλής σύστασης, θα αρκούσε για να μειώσει τις αποκλίσεις χωρίς να επιβάλει ενιαία ημερομηνία.
Το Κοινοβούλιο θρηνεί ότι τα προαιρετικά μέτρα του 2018 δεν μεταφέρθηκαν στο εθνικό δίκαιο και βλέπει εκεί έλλειψη πολιτικής βούλησης. Αυτό συγχέει μια επιλογή με μια υποχρέωση. Αν τα κράτη μέλη δεν εφάρμοσαν αυτά τα μέτρα, ίσως επειδή δεν ταιριάζουν με τις συνταγματικές τους ισορροπίες. Το ψήφισμα ζητά ωστόσο να καταστούν υποχρεωτικά στην πράξη, αναγορεύοντάς τα σε όρο της κύρωσης. Το αποτέλεσμα κινδυνεύει να είναι το αντίθετο: να καθυστερήσει ακόμη περισσότερο η έναρξη ισχύος της απόφασης του 2018, όμηρος μιας ευρύτερης πολιτικής συμφωνίας.
Η επιστολική ψήφος παρουσιάζεται ως μέσο ένταξης. Μπορεί να είναι, αλλά ανοίγει επίσης την πόρτα σε πιέσεις σε απομονωμένους ψηφοφόρους και σε δυσδιάκριτες νοθείες. Το ψήφισμα δεν λέει τίποτα για τις αναγκαίες εγγυήσεις. Ένα κράτος που επιλέγει να μην την επιτρέψει δεν είναι καθυστερημένο κράτος: ασκεί αρμοδιότητα που του ανήκει. Η επικουρική εναλλακτική θα ήταν να αφεθεί κάθε κράτος μέλος να πειραματιστεί, να αξιολογήσει και να αποφασίσει, αντί να αναχθεί η επιστολική ψήφος σε ευρωπαϊκό πρότυπο.
Ένα ενιαίο ψηφοδέλτιο δεν δημιουργεί ευρωπαϊκό λαό· απλώς καθησυχάζει τη συνείδηση όσων συγχέουν την εναρμόνιση με τη δημοκρατία.