Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υιοθέτησε μια σημαντική αναμόρφωση της ευρωπαϊκής διακυβέρνησης των δασών. Αυτή η απόφαση στοχεύει στη μοντέρνιση της συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών στον τομέα των δασών, δημιουργώντας μια νέα μόνιμη ομάδα ειδικών. Η πρωτοβουλία αφορά όλους τους φορείς του δασικού τομέα και εμφανίζεται στο πλαίσιο της ενίσχυσης των ευρωπαϊκών περιβαλλοντικών πολιτικών.
Η Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν προβλέπει κοινή δασική πολιτική, αφήνοντας την κύρια ευθύνη στα κράτη μέλη. Ωστόσο, η ΕΕ διαθέτει κοινές αρμοδιότητες στον περιβαλλοντικό τομέα. Στόχος είναι η δημιουργία μιας πιο συμπεριληπτικής και καλύτερα συντονισμένης δομής διακυβέρνησης, σεβασμού της αρχής της επικουρικότητας και των εθνικών αρμοδιοτήτων.
Η απόφαση θα τεθεί σε ισχύ μετά την οριστική της υιοθέτηση. Τα κράτη μέλη καλούνται να ορίσουν τους εθνικούς τους ειδικούς για συμμετοχή στη νέα ομάδα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα διασφαλίζει τη γραμματεία και τον συντονισμό, ενώ η ομάδα θα συνεδριάζει τακτικά για ανταλλαγή απόψεων σχετικά με τις δασικές πολιτικές.
Αυτή η αναμόρφωση αναμένεται να βελτιώσει τη συνοχή των ευρωπαϊκών δασικών πολιτικών και να ενισχύσει τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών. Οι επαγγελματίες του τομέα θα επωφεληθούν από καλύτερο συντονισμό, ενώ οι πολίτες θα ωφεληθούν από πιο βιώσιμη διαχείριση των δασών. Η νέα δομή θα επιτρέψει καλύτερη αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών και κοινωνικοοικονομικών ζητημάτων που σχετίζονται με τα δάση.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε στις 21 Οκτωβρίου 2025, με 352 ψήφους υπέρ, 242 κατά και 40 αποχές, ένα κείμενο που μετονομάζει τη μόνιμη δασική επιτροπή σε «μόνιμη ομάδα εμπειρογνωμόνων για τα δάση και τη δασοκομία» και διευρύνει τον συμβουλευτικό της ρόλο. Πίσω από την τεχνική όψη, ένα απλό ερώτημα: οι αποφάσεις που αφορούν τα δάση θα λαμβάνονται από εκείνους που τα διαχειρίζονται ή από μη εκλεγμένα όργανα;
Το εγκριθέν κείμενο δίνει στην ομάδα εμπειρογνωμόνων τη δυνατότητα να δρα με δική της πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος κράτους μέλους, και να διατυπώνει γνώμες για νομοθετικές προτάσεις, στρατηγικές και ανακοινώσεις της Ένωσης που αφορούν τα δάση. Η Επιτροπή θα πρέπει να τις λαμβάνει υπόψη και να παρέχει ανατροφοδότηση. Πρόκειται για πρόοδο σε σχέση με την αρχική πρόταση, η οποία δεν προέβλεπε ρητά αυτόν τον ρόλο. Όμως αυτές οι γνώμες παραμένουν συμβουλευτικές: η Επιτροπή διατηρεί την εξουσία απόφασης και τίποτα δεν την υποχρεώνει να ακολουθεί την εμπειρογνωμοσύνη των κρατών μελών.
Για τους δασοκτήμονες και τις επιχειρήσεις του κλάδου, αυτό σημαίνει ότι οι αποφάσεις που επηρεάζουν τη δραστηριότητά τους (ρύθμιση, κίνητρα, περιορισμοί) θα εξακολουθήσουν να λαμβάνονται από μη εκλεγμένα όργανα, χωρίς εκείνοι που επωμίζονται το κόστος να έχουν δεσμευτικό δικαίωμα ελέγχου. Η ομάδα εμπειρογνωμόνων γίνεται φόρουμ ανταλλαγής απόψεων, όχι αντίβαρο.
Το νέο προοίμιο δηλώνει ότι η ευθύνη για τα δάση ανήκει στα κράτη μέλη και ότι κάθε πρωτοβουλία της Ένωσης πρέπει να έχει σαφή νομική βάση και πλήρη εκτίμηση επιπτώσεων. Πρόκειται για ευπρόσδεκτη αναγνώριση της αρχής της επικουρικότητας. Όμως μια αιτιολογική σκέψη δεν είναι επιχειρησιακός κανόνας: δεν δημιουργεί καμία δεσμευτική υποχρέωση για την Επιτροπή. Στην πράξη, η Επιτροπή θα μπορεί πάντα να προτείνει δασικά μέτρα βάσει των συντρεχουσών αρμοδιοτήτων της (περιβάλλον, κλίμα, ενέργεια) χωρίς η ομάδα εμπειρογνωμόνων να μπορεί να αντιταχθεί.
Μια πραγματικά επικουρική προσέγγιση θα συνίστατο στην εγγραφή στο κείμενο ενός δεσμευτικού μηχανισμού: για παράδειγμα, την υποχρέωση της Επιτροπής να αιτιολογεί δημόσια γιατί αποκλίνει από γνώμη της ομάδας, ή ένα προσωρινό δικαίωμα αρνησικυρίας για τα κράτη μέλη όταν τα προτεινόμενα μέτρα εισβάλλουν στις αρμοδιότητές τους. Το κείμενο υπολείπεται.
Η δημιουργία μόνιμης ομάδας εμπειρογνωμόνων, με τακτικές συνεδριάσεις και γνώμες προς διατύπωση, συνιστά διοικητική επιβάρυνση για τα κράτη μέλη και την Επιτροπή. Για τις επιχειρήσεις, το κόστος είναι έμμεσο αλλά πραγματικό: περισσότερα επίπεδα διαβούλευσης σημαίνουν περισσότερο χρόνο μέχρι να ληφθούν οι αποφάσεις και μεγαλύτερη αβεβαιότητα για τις δασικές επενδύσεις. Η απλούστευση θα συνίστατο στην ελάφρυνση των υφιστάμενων δομών αντί στη δημιουργία νέας.
Το κείμενο δεν προβλέπει κανέναν μηχανισμό αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας της ομάδας ούτε χρονικό περιορισμό. Μια φιλελεύθερη προσέγγιση θα απαιτούσε περιοδικό απολογισμό και ρήτρα αυτόματης λήξης εάν η ομάδα δεν παράγει συγκεκριμένα αποτελέσματα.
Μια συμβουλευτική γνώμη δεν εμπόδισε ποτέ μια δαπανηρή ρύθμιση· μόνο μια εξουσία απόφασης μπορεί.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε στις 21 Οκτωβρίου 2025, με 352 ψήφους υπέρ, 242 κατά και 40 αποχές, ένα κείμενο που μετονομάζει τη μόνιμη δασική επιτροπή σε «μόνιμη ομάδα εμπειρογνωμόνων για τα δάση και τη δασοκομία» και διευρύνει τον συμβουλευτικό της ρόλο. Πίσω από την τεχνική όψη, ένα απλό ερώτημα: οι αποφάσεις που αφορούν τα δάση θα λαμβάνονται από εκείνους που τα διαχειρίζονται ή από μη εκλεγμένα όργανα;
Το εγκριθέν κείμενο δίνει στην ομάδα εμπειρογνωμόνων τη δυνατότητα να δρα με δική της πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος κράτους μέλους, και να διατυπώνει γνώμες για νομοθετικές προτάσεις, στρατηγικές και ανακοινώσεις της Ένωσης που αφορούν τα δάση. Η Επιτροπή θα πρέπει να τις λαμβάνει υπόψη και να παρέχει ανατροφοδότηση. Πρόκειται για πρόοδο σε σχέση με την αρχική πρόταση, η οποία δεν προέβλεπε ρητά αυτόν τον ρόλο. Όμως αυτές οι γνώμες παραμένουν συμβουλευτικές: η Επιτροπή διατηρεί την εξουσία απόφασης και τίποτα δεν την υποχρεώνει να ακολουθεί την εμπειρογνωμοσύνη των κρατών μελών.
Για τους δασοκτήμονες και τις επιχειρήσεις του κλάδου, αυτό σημαίνει ότι οι αποφάσεις που επηρεάζουν τη δραστηριότητά τους (ρύθμιση, κίνητρα, περιορισμοί) θα εξακολουθήσουν να λαμβάνονται από μη εκλεγμένα όργανα, χωρίς εκείνοι που επωμίζονται το κόστος να έχουν δεσμευτικό δικαίωμα ελέγχου. Η ομάδα εμπειρογνωμόνων γίνεται φόρουμ ανταλλαγής απόψεων, όχι αντίβαρο.
Το νέο προοίμιο δηλώνει ότι η ευθύνη για τα δάση ανήκει στα κράτη μέλη και ότι κάθε πρωτοβουλία της Ένωσης πρέπει να έχει σαφή νομική βάση και πλήρη εκτίμηση επιπτώσεων. Πρόκειται για ευπρόσδεκτη αναγνώριση της αρχής της επικουρικότητας. Όμως μια αιτιολογική σκέψη δεν είναι επιχειρησιακός κανόνας: δεν δημιουργεί καμία δεσμευτική υποχρέωση για την Επιτροπή. Στην πράξη, η Επιτροπή θα μπορεί πάντα να προτείνει δασικά μέτρα βάσει των συντρεχουσών αρμοδιοτήτων της (περιβάλλον, κλίμα, ενέργεια) χωρίς η ομάδα εμπειρογνωμόνων να μπορεί να αντιταχθεί.
Μια πραγματικά επικουρική προσέγγιση θα συνίστατο στην εγγραφή στο κείμενο ενός δεσμευτικού μηχανισμού: για παράδειγμα, την υποχρέωση της Επιτροπής να αιτιολογεί δημόσια γιατί αποκλίνει από γνώμη της ομάδας, ή ένα προσωρινό δικαίωμα αρνησικυρίας για τα κράτη μέλη όταν τα προτεινόμενα μέτρα εισβάλλουν στις αρμοδιότητές τους. Το κείμενο υπολείπεται.
Η δημιουργία μόνιμης ομάδας εμπειρογνωμόνων, με τακτικές συνεδριάσεις και γνώμες προς διατύπωση, συνιστά διοικητική επιβάρυνση για τα κράτη μέλη και την Επιτροπή. Για τις επιχειρήσεις, το κόστος είναι έμμεσο αλλά πραγματικό: περισσότερα επίπεδα διαβούλευσης σημαίνουν περισσότερο χρόνο μέχρι να ληφθούν οι αποφάσεις και μεγαλύτερη αβεβαιότητα για τις δασικές επενδύσεις. Η απλούστευση θα συνίστατο στην ελάφρυνση των υφιστάμενων δομών αντί στη δημιουργία νέας.
Το κείμενο δεν προβλέπει κανέναν μηχανισμό αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας της ομάδας ούτε χρονικό περιορισμό. Μια φιλελεύθερη προσέγγιση θα απαιτούσε περιοδικό απολογισμό και ρήτρα αυτόματης λήξης εάν η ομάδα δεν παράγει συγκεκριμένα αποτελέσματα.
Μια συμβουλευτική γνώμη δεν εμπόδισε ποτέ μια δαπανηρή ρύθμιση· μόνο μια εξουσία απόφασης μπορεί.